Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ( ΕΚΔΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΄΄ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ''

Κυψέλης και Αγίου Μελετίου.
Στουπί από 'να χύμα μαγειρείου.
- Γριά εξ Αλεξανδρείας και Καΐρου.
Το σπίτι της μου γύρεψε του βίου.
****
Μα σπίτι της εκείνο όπου εγεννήθη.
Μακριά στο Ελληνικό Νοσοκομείο.
Εκεί που ποιητής επλαννήθη -
Τετράγωνα με σβούριζε στο κρύο.
*****
Το χάραμα πεζή περιπολία.
Μας έκοψε το δρόμο για το σπίτι.
Μας 'γράψαν ως συμβάντο τους στο Τμήμα.
''Ναυάγιο με οδηγό έναν αλήτη''.
*****
Και σπίτι της εκείνο όπου εγεννήθη.
Μακριά στο Ελληνικό Νοσοκομείο.
Στο αίμα μου μαρκάρανε τη λήθη.
Σαν βρίσκανε γι' αυτήν πτωχοκομείο.


Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Ο στόχος εύρετρα.
Μα η γραία.
Με εξαφανίσεων καρτέλα.
Κι Ύπνους στην τσάντα που το σκάει.
Σχέδιο μιας κόρης της στο λάδι.
Καυτό από 'κείνη μες στα χρόνια.
Να τη ρημάζουν τα πρεζόνια.

****
Μια γραία με βόμβα.

Που δυστυχώς γυρίζει σώα.
Κι η κόρη της ουρλιάζει:
''Ας ψόφαγες τρελή σ' ένα χαντάκι''
Κι οι μπάτσοι ξεψαχνίζουν τα χαρτιά μου.
Πώς βρήκε τον μπελά της η ανθρωπιά μου.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ ΚΥΝΗΓΙ ΦΥΛΛΩΝ

Μία φορά τον χρόνο
Σε σκουπιδοσακούλα πίσσα.
Στο πάτωμα άδεια.
Δείπνο με φράκα.
Καπέλα και γάντια.
-------------------
Στο πιάτο της τ’ όπλο
Που ρίχνει στα φύλλα
Οποιοδήποτε μήνα
Εκτός φθινοπώρου.
Τα μάτια της λύσσα
Σαν πέφτουν στον δρόμο.
----------------
Ραντεβού για κυνήγι.
Στο τέλος μου δίνει.
‘’Φύλλα έχουν ξεφύγει’’
Μουρμουρίζει πριν φύγει.
----------------------
Και πετάω τη σακούλα.
Και μαζί και το δείπνο.
Και για να ’μαι σε φόρμα.
Πηγαίνω για ύπνο.
--------------------------------
Και για άσο στο όπλο.
Φύλλα δύσκολος στόχος.
-----------------------------------
Και για άσο στο όπλο.
Φύλλα δύσκολος στόχος.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΜΟΥ,Ο ΣΦΑΓΕΑΣ ΦΡΑΝΣΙΣ ΜΠΡΕΙΝΤΙ

Όταν ο εντεκάχρονος χασάπης Φράνσις Μπρέιντι
στο Δουβλίνο μακέλεψε την Ψηλομύτα απ' την Αγγλία,
ζωγραφίζοντας με πινέλα μπαλτά- τσεκούρια των σφαγείων
όπου εργαζόταν μετά τα αναμορφωτήρια,
στους τοίχους με τ' αίμα της στο σχεδιάκι της ταπετσαρίας (πρίσμα σ' αγκάθια) το όνομα «Γουρούνια» (βαφτιστικό δικό της στην πόλη του
για εκείνον και τ' άθλιου αχουριού του τη φαμίλια)
που στη διάδοσή του κι ο μόνος του ο φίλος τον πρόδωσε στην τσίλια,
Ήμουν εκεί.
Μέχρι το τέλος του Χασάπη στης φυλακής το συνεργείο.
Π’ η επισκευή των φρένων του με φάρμακα βαριά και μπάνιο κρύο.
Και στην επανένταξή του στη στάση λεωφορείων π' αμαρυλλίδες έκοψε στον ήλιο.
----
Κι ήμουν εκεί, στο είδωλό μου τα νέα μου να πω, να μην τον διαψεύσω.
Για μένα είναι ένα θεριό που πρέπει να πιστέψω:
------------
Η αναφορά στον Χασάπη Φράνσις Μπρέιντι:
-Καθηγητή
Που σε γυμνάσιο φασιστών καθηγητών
και αρκετών συμμαθητών
λόγω οικονομικής ευμάρειας,
σκυλόβρισα σαν χτύπησε παιδί,
για δύο δοχεία μαρμελάδας
του κράτους δωρεά από τα σάπια.
που πήρε στα κρυφά μέσα στην τσάντα
Και η ποινή σχολείου η αλλαγή
και Γάμα διαγωγή.
-Καθηγητή αράδας ξύλου
με ίσκιο εξάρτυσης και γείσου,
που μαθητών τα βλέμματα
τα μπάζωνε σαν ρέματα
το ποθητό του γιωταχή
που το αγαπούσε σαν παιδί
του το 'κανα σμπαράλια-
‘‘Ξεκαθαρίσματα’’
η πηγή μου στην Aσφάλεια-
ένα κλεφτρόνι με οικία του τα κάγγελα-
κι αυτός να τρέμει με τα ψάρια
κι αυτός να τρέμει με τα ψάρια.
----------------
Την άλλη, μια ψυχίατρο που έπαιξε στη μάνα μου,
εμένα σε μπομπίνα,
για ν’ αγκαζάρει δεύτερο πελάτη
και να πηγαίνουμε ζευγάρι,
λαδώνοντας Ρωσίδα, δική της καθαρίστρια,
με μια δουλειά πιο καθαρή και από λεπίδα,
μπομπίνες της ξεκοίλιασα στην ψύχρα
-----------------------
Και τούτη τη μισούσα πιο πολύ
γιατί έτρεφα μιας ίασης ελπίδα,
αφού σε σύμπτωση σαλή
απ’ της ζωής μου την ταινία,
το ιατρείο της το πρώτο μας διαμέρισμα ως οικογένεια στην Αθήνα.
---------
Η πρώτη μας γερή αποτυχία να γίνουμε φαμίλια
με τα κλισέ της ευτυχίας.
Και το γραφείο της στο παιδικό μας το δωμάτιο.
Και η καρέκλα μου στο μπαουλάκι της γιαγιάς με τα παιχνίδια.
Κι οι βιβλιοθήκες της
στου Ντίσνεϊ τις φιγούρες, που η μάνα μου σκαρφίστηκε με ξύλο και μολύβια.
Και ήθελε και δεύτερο πελάτη.
Χωρίς για μένα να σκεφτεί και να σωπάσει.
Και ήθελε και δεύτερο πελάτη.
Χωρίς για μένα να σκεφτεί και να σωπάσει.
(Ταινία του Νηλ Τζόρνταν: ''O μικρός χασάπης ΦΡΑΝΣΙΣ ΜΠΡΕΙΝΤΙ'')

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΗΣ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ


Ο τυχοδιώκτης προπάππος μου.
Της
μαύρης πέτρας άνθρωπος.
Εκπλήρωσε της ξενόεσσας Aμέρικα το Όνειρo.
Στις αρχές του 20ού αιώνα.
Όπου η Νέα Γη σαν στόμα
΄΄Λαών το Χωνευτήρι΄΄.
Επιβιώνοντας απ’ το πολύμηνο ταξίδι.
Π’ Οδύσσεια σύγχρονη
(και δίχως την Ύβρι της Τροίας, τι ειρωνεία;)
Περνώντας τις εξετάσεις από τις υγειονομικές επιτροπές.
Τις φοβερές στο Έλις Άιλαντ.
Για τη μαλάρια και το γλαύκωμα.
Και με του χτίστη τ’ Ονείρου άδεια.
Κατάφερε με λίρες σκληρής οικονομίας.
Να ανοίξει στο Τσάρλεστον με τη Μαφία
Του ‘’Γκρικ την μπιραρία’’.
Για μαύρους μοναχά.
Όπου και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Αφού ανεπιτυχώς πήγε να ανοίξει εστιατόριο με ανθοδοχεία.
Και τραπεζομάντιλα.
Κι όπως την έφτιαξε και την παράτησε μια νύχτα.
Και με λεφτά κι υφάσματα.
Και με έναν παπαγάλο, που ''Αφεντικό'' τον φώναζε στα αμερικάνικα.
Γύρισε στα Πριγκιπόννησα με χωνεμένη τη φωνή.
(
σαν να του πήρε τη λαλιά η Αμερική, ‘’φαντάσου τι είχε δει’’, λέγαν’ γι’ αυτόν οι φίλοι και οι δικοί)
Όπου και βρίσκονταν η σύζυγός του, η Μπαρμπόη.
Γυναίκα με τραύματα ψυχής, που αλκοολική και σιωπηρή
Κι ένα παιδί, η Ευγενία.
Μα η καρδιά του της φυγής,
στην προγιαγιά μου την Καλέκα,
Που σε ένα γάμο είχε δεθεί.
Κι αυτή από κοπέλα.
Με μια ψυχή που τραυματίας.
Μες στα μπουκάλια μέρα νύχτα
------------------------------
Και δυο παιδιά.
Το Αλικάκι.
Κι ένα πεντάχρονο αγοράκι.
Που χάθηκε
Σ’ ένα μπουλούκι από ράκη.
Στην προσφυγιά της Μικρασίας.
----
Όμως, στο Λαύριο
όπου πρόσφυγες.
Η μοίρα του έρωτά τους σήμανε.
Κλεφτήκανε.
Αφήνοντας τα δυο παιδιά.
Που μαζί τους τα χρόνια τα κατοπινά δεν πολυζήσανε.
Όσο με την
Ευδοκία, την Άννα, τη Σουλτάνα και τον Ζαχαρία.
Τα τέσσερα παιδιά.
Που καρπός της ένωσής τους της τρελής.
Στην εποχή τους.
Ήτανε.
Κι ως πρόσφυγες εγκατασταθήκανε.
Στα τετραγωνικά που τους δοθήκανε
Στης Νέας Ερυθραίας.
Τον Προσφυγικό Ιστό.
Όπου και ο Τυχοδιώκτης βιοπορίστηκε.
Στα πλουσιόσπιτα της Κηφισιάς.
Ως κηπουρός.
Όταν όμως με μπολιάσματα
Έφτιαξε μαύρα τριαντάφυλλα.
Αντί να το παρουσιάσει εκείνος
Και να πάρει τα έπαθλα.
Στα εγκαίνια της ανθοκομικής εκθέσεως.
Τα έδωσε σε άλλον κηπουρό.
Που απ’ αυτό θα πλούτιζε ως εγγονό.
Μέχρι σε χρόνια σύγχρονα.
Γιατί η έκθεση τελούσε υπό την αιγίδα της Βασιλίσσης.
Που εκείνος θεωρούσε ‘’θεσμό της φρίκης’’.

TOΥ ΔΡΟΜΟΥ ΕΝΑΣ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ

Στην Τζο
Το παιδικό της πρόσωπό στον πάγο μηχανής.
Ένας μικρός υποκριτής το φέρει ολόφτυστο.
Το μακιγιάζ του αντάξιο των μούτρων της ζωής.
Ούτε χαμόγελο
--------------------------------------------
Και σαν τους Βραζιλιάνους μ’ ορχήστρα -πόδια
Που η έμπνευση από κάδους και κοτρόνια.
Σ’ ένα μπακότερμα με φόρμα.
Πώς μας ντριπλάριζε σαν χάνους και κωθώνια.
------------------------------------
Το πρόσωπο της σταματημένο για λεπτά.
Ο πιτσιρίκος μ’ ίδια μάτια.
Που απ’ τη μαλάρια μείνανε λοξά.
Και τη φωνάζανε γυαλάκια.
Όμως στα ντου αδέσποτων στα Τζάκια.
Πινέλο απάνω της η μπάτσα.
Την προσκυνούσαν σαν Ελ Γκρέκο,
Το κόκκινο της ματωμένο.
Χειλιών λαιμού μέχρι το στέρνο.
Κι αποχωρούσαν τα κιρίζια.
Χειροκροτώντας δρόμου έργο.
Που ξεγλιστρούσε απ’ αστυνόμους
Έχοντας Ντίλιγκερ τους τρόπους.
-----------------------------------------------
Μα σ’ ένα σε ντου από τις ράτσες.
Της γειτονιά μας ο Ελ Γκρέκο
Σ’ ένα πινέλο των λεπίδων.
Μ’ αυτό το κόκκινο ως το στέρνο.
Κλέφτηκε ύπουλα σε χιόνι.
Για των σαλών ένα μουσείο.
Κι ενός θαλάμου το σεντόνι.
Με κόσμου αθλιότητα στον πάγο.
Και ησυχία από το κρύο.
--------------------------------------------------
Φθινόπωρο έχουν οι διαδρόμοι.
Θροΐζουν βήματα σαν φύλλα.
Ως επισκέπτης μούτρα γύρνα.
Κλαδί σαν χάσουν νοσοκόμοι.
Τα καθαρίζουνε σαν σκόνη.
Μ’ ηλεκτρική απ’ το ψυγεία.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

ΓΥΑΛΙΝΑ ΓΚΡΕΜΙΑ

Τα γυαλινα τα γκρέμια.
Δικά σου κερασμένα.
Και χάνονται στα βράχια.
Σκοινιά μου για καβάντζα.

Και κόβουν τα γκαρσόνια.
Τα όπλα μου με δόντια.
Τα γκρέμια στο φαράσι.
Πολλά για μια Τετάρτη.

Και τέρμα η λησμονιά σου.
Στα γυαλινα τα γκρέμια.
Ως αύριο τα σκοινιά μου.
Θα είναι γιατρεμένα .

Και αύριο τα γκαρσόνια.
Θα φύγουνε στην ώρα.
Στο πάτωμα ούτε γκρέμι.
Σαν ήσυχα για Πέμπτη
.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Τζαφέρ

Ο Τζαφέρ στην ανημπόρια του φορείου.
Συχνά
προσαχθείς στα. Εφημερεύοντα.
Και Λαζαράτ…… Σταυροσκιάδιον……. Καστοριά….
Ξερνάει τα μονοπάτια με τη σέσουλα.
Μιλάει για Καλάσνικοφ.
Γλυπτά μουσείου κι οδούς Βορείου Ηπείρου.
Σοφία του Τζαφέρ:
Φυγάδες και πληγωμένοι εραστές παραμιλούν τα μονοπάτια τους σε μέρη ακατάλληλα.
Νοσοκομεία και κωλάδικα που ξέπνοες σκιές στέκουνε μπάστακα.
Τι σε μπουκάλια – τι σε ράντζα; Η λησμονιά στου ξένου, βάσανα.
Και σέρβις Καλάσνικοφ η αιτία.
Που ο Τζαφέρ με βίο τραυματία.
Στο ράντζο του φαράσι η μπατσαρία.
Και τον Τζαφέρ τ’ αφεντικό του τον γλιτώνει.
Με χρήματα που ο ίδιος του λαδώνει.
Σέρβις Καλάσνικοφ, σκληρή ως εργασία
Και οι παραγγελιές του αρκετές.
Ο άνθρωπος στη βία.
Κι από την κλούβα, τον γυρνάνε συνοδεία.
Κι οι Ρώσοι που τον κάρφωσαν.
Για το στρατό των κοριτσιών.
Χάνουνε την Ομόνοιογκραντ.
Και μένουν με το Στάλινγκραντ.
Απ’ τη Ρωσία.
--------------
Εγώ κι ο Τζαφέρ…
Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Γι’ αυτό και κλείνω τα τραπέζια του στον Μάκη.
Κι ύστερα κάνω ευτυχισμένους.
Ως κι 100 χαρμανιασμένους.
Και μύριους ρευματοπαθείς.
Της υγρασίας της ψυχής.